ΟΟΣΑ: Οι χρόνιες παθήσεις απειλούν κοινωνία και οικονομία – Ο ρόλος του εισοδήματος

Κατηγορία: ΥΓΕΙΑ
Views: 313

Στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που παρουσιάζει τέτοια προβλήματα υγείας διαμορφώνεται σε περίπου 24%

Οι χρόνιες παθήσεις έχουν -εκτός από μεγάλο κοινωνικό- και σημαντικό οικονομικό κόστος. Στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που παρουσιάζει τέτοια προβλήματα υγείας διαμορφώνεται σε περίπου 24%, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για την υγεία.

Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν το 2021 τα οποία έδωσε στη δημοσιότητα ο Οργανισμός, κατατάσσοντας τη χώρα μας στις χαμηλότερες θέσεις της σχετικής λίστας. την οποία παρουσιάζει σήμερα ο Οικονομικός Ταχυδρόμος.

Χαμηλότερα ποσοστά από την Ελλάδα είχαν μόνο η Ιταλία και η Ρουμανία -κάτω από 20%- καθώς και η Βουλγαρία με ποσοστό πολύ κοντά σε αυτό της Ελλάδος. Αντίθετα τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν σε Φιλανδία (πάνω από 50%), σε Εσθονία (περίπου 48%), σε Πορτογαλία και σε Γερμανία (περίπου 43%).

Μάλιστα, όπως προκύπτει από τη μελέτη του ΟΟΣΑ, τα περισσότερα χρόνια νοσήματα τα παρουσιάζουν οι πιο φτωχοί και όχι οι πιο πλούσιοι, υπογραμμίζοντας για μια ακόμη φορά τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες.

Στις χώρες του ΟΟΣΑ κατά μέσο το 43% των ατόμων που ανήκουν στο 20% όσων έχουν χαμηλότερο εισόδημα, αναφέρουν μακροχρόνια ασθένεια ή πρόβλημα υγείας. Το αντίστοιχο ποσοστό για το 20% εκείνων με το υψηλότερο εισόδημα διαμορφώνεται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, στο 27%

Αυτό το εισοδηματικό χάσμα είναι μεγαλύτερο στη Λιθουανία, το Βέλγιο, την Εσθονία και την Ιρλανδία, όπου τα άτομα που ανήκουν στο 20% της ομάδας με το χαμηλότερο εισόδημα έχουν διπλάσιες ή ακόμη πιο μεγάλες πιθανότητες να έχουν τουλάχιστον μία μακροχρόνια ασθένεια ή άλλο σημαντικό πρόβλημα υγείας, σε σύγκριση με άτομα με υψηλότερα εισοδήματα.

Το εισοδηματικό χάσμα

Το εισοδηματικό αυτό χάσμα στην υγεία είναι μικρότερο στην Ιταλία και την Τουρκία. Μικρό εμφανίζεται το χάσμα και στην Ελλάδα με τα αντίστοιχα ποσοστά να διαμορφώνονται σε περίπου 25% και 20% μεταξύ φτωχότερων και πλουσιότερων.

Σε κάθε περίπτωση, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι τα εθνικά συστήματα υγείας πρέπει να είναι προετοιμασμένα όλο και περισσότερο ώστε να παρέχουν υψηλής ποιότητας διαχείριση χρόνιας φροντίδας για να ανταποκριθούν στις ανάγκες του πληθυσμού που –κατά μέσο όρο- όλο και γερνά περισσότερο.

Ως χρόνιες παθήσεις χαρακτηρίζονται ασθένειες όπως ο καρκίνος, τα διαρκή αναπνευστικά προβλήματα και ο διαβήτης. Αυτές δεν είναι μόνο οι κύριες αιτίες θανάτου στις χώρες του ΟΟΣΑ, αλλά αποτελούν επίσης σημαντικό βάρος για την κοινωνία και την οικονομία, όπως σημειώνεται.

Κατά μέσο όρο, το 2021 πάνω από το ένα τρίτο των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω ανέφεραν ότι ζουν με μακροχρόνια ασθένεια ή πρόβλημα υγείας όρο σε 24 από τις χώρες του ΟΟΣΑ. Επιπλέον, καθώς οι πληθυσμοί γερνούν όλο και περισσότερο, οι χρόνιες παθήσεις αυξάνονται συνεχώς. 

Η επίδραση της πανδημίας

Πολλές χρόνιες παθήσεις μπορούν να προληφθούν, αντιμετωπίζοντας σημαντικούς παράγοντες κινδύνου όπως το κάπνισμα, η χρήση αλκοόλ, η παχυσαρκία και η έλλειψη άσκησης, αναφέρεται. Επίσης, η πανδημία COVID-19 ανέδειξε περαιτέρω τον αντίκτυπο των χρόνιων παθήσεων σε σύγκριση με άλλες ασθένειες, καθώς τα δεδομένα δείχνουν ότι τα άτομα με υποκείμενες τέτοιες παθήσεις διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να πεθάνουν από COVID-19, δείχνουν επιπλέον τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Η πανδημία συνέβαλε ακόμη στην αύξηση των θανάτων από χρόνιες παθήσεις και στην καθυστερημένη διάγνωση και αντιμετώπισή τους.

Τα προβλήματα από το διαβήτη

Μία από τις πιο σημαντικές χρόνιες παθήσεις είναι ο διαβήτης, αναφέρει επίσης ο ΟΟΣΑ. Μάλιστα η οικονομική επιβάρυνση του διαβήτη είναι πολύ μεγάλη. Το 2021 στις χώρες του ΟΟΣΑ, εκτιμάται ότι δαπανήθηκαν 650 δισεκατομμύρια δολάρια για τη θεραπεία του διαβήτη και την πρόληψη των επιπλοκών του, αναφέρει ο Οργανισμός.

Έχει ιδιαίτερα μεγάλο βάρος στις δημιουργίες αναπηρίας, προκαλώντας καρδιαγγειακά νοσήματα, τύφλωση, νεφρική ανεπάρκεια και ακρωτηριασμό κάτω άκρων. Το 2021, το 6,9% του ενήλικου πληθυσμού ζούσε με διαβήτη κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Επιπλέον εκτιμάται ότι 48 εκατομμύρια ενήλικες στις χώρες του ΟΟΣΑ έχουν διαβήτη που δεν έχει διαγνωστεί.

Τα ποσοστά του διαβήτη βάσει ηλικίας έχουν σταθεροποιηθεί σε πολλές χώρες μέλη του ΟΟΣΑ την τελευταία δεκαετία, ειδικά στη Δυτική Ευρώπη. Ωστόσο, έχουν αυξηθεί σημαντικά στην Τουρκία, την Ισλανδία και την Ισπανία, με άνοδο 60% ή περισσότερο, καθώς και σε χώρες εταίρους του ΟΟΣΑ, όπως η Ινδονησία και η Νότια Αφρική.

Τέτοιες ανοδικές τάσεις οφείλονται εν μέρει στα αυξανόμενα ποσοστά παχυσαρκίας, κακής διατροφής και σωματικής αδράνειας, καθώς και στις αλληλεπιδράσεις τους με τη γήρανση του πληθυσμού αναφέρει ο Οργανισμός.

πηγή: ot.gr

Μπορεί να σου αρέσει επίσης…

Επόμενο άρθρο
Παγκόσμια Ημέρα Καλοσύνης
Προηγούμενο άρθρο
Επιδείνωση του καιρού από το μεσημέρι με ισχυρές βροχές και καταιγίδες
Μενού